ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ένα ταξίδι στο πάνθεον του άχρονου και του αιώνιου…

Ένας χρόνος μετά τον θάνατό του, μετά τον πρόωρο χαμό του, μετά από ένα φευγιό που ήρθε νωρίς, μα έμοιαζε προδιαγεγραμμένο. Οξύμωρα και αντιφατικά; Μα αυτός δεν ήταν; Μα αυτός δεν είναι; Ναι, δεν υπάρχει ως φυσική παρουσία, μα θα είναι πάντα εδώ.

Είναι οι εικόνες του, είναι οι μνήμες, είναι η κληρονομιά. Η ποδοσφαιρική κληρονομιά. Και αυτή είναι μεγαλύτερη από όση θα αφήσει οποιοσδήποτε άλλος «υπηρέτης» του αθλήματος, όταν θα φύγει από τη ζωή.

Θα είναι πάντα εδώ για αυτούς που τον θαύμασαν, ακόμα περισσότερο γι’ αυτούς που τον λάτρεψαν, αυτούς που τον είδαν να (τους) «μαγεύει» με τα υπέροχα ακροβατικά του, που τον παρακολουθούσαν και τους άπλωνε το χέρι να τους πιάσει, να τους τραβήξει, να υψωθούν μαζί στις μεγάλες επιτυχίες, να βυθιστούν στα σκοτάδια που βρέθηκε προσπαθώντας να καταπολεμήσει τους δαίμονές του.

Γεννήθηκε για να ζήσει τελείως αντισυμβατικά, ο Μαραντόνα ουδέποτε ακολούθησε την πεπατημένη, έζησε τα πάντα σε υπερθετικό βαθμό. Πήγαινε πάντα κόντρα σε όλους και σε όλα. Τα «πιστεύω» του πολλές φορές προκάλεσαν, αλλά ο ίδιος ήταν πάντα αποφασισμένος να τα υπερασπιστεί μέχρι εκεί που δεν θα πήγαινε άλλο.

Η ζωή του, από τότε που άρχισε να λάμπει ως ποδοσφαιριστής και να μεγαλουργεί μέσα στα γήπεδα, υπήρξε πάντα υπερβολική και θορυβώδης. Δεν του ταίριαξε η μετριότητα και η σιωπή. Βρισκόταν πάντα στα άκρα. Όποια συνέπεια κι αν υπήρχε γι’ αυτό.

Μια ζωή στο ρίσκο, κόντρα σε κανόνες και στερεότυπα, επαναστάτης άλλοτε με και κάποιες φορές χωρίς αιτία, ήταν παράδειγμα προς αποφυγή, είπαν κάποιοι. Όσα πιτσιρίκια ρωτούν τους μπαμπάδες τους για τον Μαραντόνα μπορούν να μάθουν ότι με τη μπάλα στα πόδια ήταν και θα μείνει αξεπέραστος. H συμπεριφορά του εκτός των αγωνιστικών χώρων ίσως υπήρξε «κηλίδα» και ο ίδιος το είχε παραδεχθεί. Οι εξαρτήσεις του ήταν αυτές που τον κράτησαν στη… γη, που έδειχναν πάντα την ανθρώπινη υπόστασή του.

«Ο Ντιέγο Μαραντόνα δεν λατρεύτηκε μόνο για τα μοναδικά ζογκλερικά του, αλλά επειδή ήταν ένας θεός βρώμικος, αμαρτωλός. Ο πιο ανθρώπινος από τους θεούς». Όπως το έγραψε ο σπουδαίος Oυρουγουανός συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο.

Αυτός που χρειάστηκε μόνο μερικά λεπτά, μόνο δύο γκολ, για να γίνει θρύλος. «Ένας γενναιόδωρος και αλληλέγγυος άνθρωπος, ένα είδωλο, που μέσα σε πέντε λεπτά είχε σουτάρει τα δυο πιο αντιφατικά γκολ ολόκληρης της ιστορίας του ποδοσφαίρου. Οι οπαδοί του τον λάτρευαν και για τα δυο: δεν θαύμαζαν μόνο το γκολ του καλλιτέχνη, εκείνο που έβαλε με τα διαβολικά του πόδια, αλλά και το γκολ του κλέφτη -ίσως μάλιστα περισσότερο αυτό-, εκείνο που το χέρι του έκλεψε» όπως το έχει γράψει ξανά ο Γκαλεάνο.

Λαϊκός ήρωας. Επειδή γεννήθηκε φτωχός και δεν ξέχασε ποτέ από που ερχόταν. Δίπλα στο λαό πάντα. Με το δίκιο. Με τον αγώνα. Κόντρα σε όλους. Να φωνάζει και να διεκδικεί. Να μη σωπαίνει ποτέ.

Ήταν ο ίδιος που λίγες μέρες πριν από τον θάνατο του, στα 60α γενέθλιά του, όταν τον ρώτησαν για το δώρο που θα ήθελε δήλωνε: «Η ευχή μου είναι να περάσει γρήγορα αυτή η πανδημία. Με θλίβει να βλέπω παιδιά που δεν έχουν να φάνε. Ξέρω πώς είναι να πεινάς για πολλές μέρες και αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στη χώρα μου. Ευχή μου είναι να βλέπω όλους τους Αργεντινούς χαρούμενους, με δουλειά και να έχουν να φάνε κάθε μέρα»…

Αυτός που κόντρα στους καθωσπρεπισμούς ακόμη κι ήταν καλεσμένος σε επίσημο δείπνο, ντυμένος στα λευκά, εάν έβλεπε μια λασπωμένη μπάλα να έρχεται κατά πάνω του, θα τη σταματούσε με το στήθος.

Αυτη τη μπάλα που δεν λεκιάζεται. Όπως το είχε πει ο ίδιος ο Μαραντόνα. Ό,τι κι αν έκανε έξω από το γήπεδο, κανείς απολύτως δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ποδοσφαιρική κληρονομιά του παραμένει χωρίς λεκέ! Και είναι αυτός που έφτασε ψηλά, μα «υπηρετούσε» πάντα το… αλήτικο ποδόσφαιρο. Αυτός που υπενθύμιζε την ανόθευτη χαρά της νιότης μας, αυτός που έκανε τα πιτσιρίκια με ένα ζευγάρι patrick παπούτσια, μια select μπάλα, με τα ματωμένα γόνατα παίζοντας στο χώμα να προσπαθούν να τον μιμηθούν.

Πως θα ξεχάσουμε τη ρίγη και τη συγκίνηση που νιώθαμε βλέποντας εκστατικοί τις κινήσεις και τις ντρίμπλες ενός αληθινού αρτίστα και μάλιστα σε μια εποχή που οι, απαράμιλλης τέχνης, προσπάθειές του έπρεπε να ξεχωρίσουν σε έναν ποδοσφαιρικό κόσμο που είχε φτιαχτεί για πιο σκληρούς και πιο δυνατούς από αυτόν.

Το «μάθημα» από το βάρβαρο μαρκάρισμα του Άντονι Γκοικοετσέα στο παιχνίδι με την Μπιλμπάο (που θα… έσβηνε αθλητικά μια και έξω οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο) παραήταν σκληρό για να το αγνοήσει ο Ντιέγο. Το ότι κατάφερε να θριαμβεύσει αμέσως στο καλύτερο και συνάμα σκληρότερο τότε ποδοσφαιρικά πρωτάθλημα, στην Ιταλία, έδειξε πως ήταν πάνω από όλα ένας πραγματικός, ατρόμητος μαχητής

«Το ποδόσφαιρο είναι το πιο όμορφο και υγιές άθλημα του κόσμου. Γι’ αυτό να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία. Αν κάποιος κάνει ένα λάθος, δεν πρέπει να πληρώσει το ποδόσφαιρο γι’ αυτό. Εγώ έκανα λάθος και το πλήρωσα. Αλλά η μπάλα… Η μπάλα δεν λεκιάζεται».

Τέλος. Έτσι το είπε και έτσι είναι. Και ο Μαραντόνα ήταν το ποδόσφαιρο. Ακόμα και για αυτούς που δεν είχαν ιδέα από μπάλα. Τον ήξεραν όλοι. Ήταν πάνω από το ίδιο το άθλημα, ήταν αυτός που το διαμόρφωσε και το καθόρισε. Κι αυτό δεν αλλάζει ούτε από τα ναρκωτικά ούτε από το αλκοόλ.

«Είχα δει ένα πανό στην Αργεντινή όταν βρέθηκα πριν από λίγο καιρό που έγραφε. Δεν μας νοιάζει τι έκανες στη ζωή σου σημασία έχει τι έκανες για τις δικές μας». Όπως το είπε ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Ίσως δεν υπάρχει άλλος αθλητής στην ιστορία που να είχε μεγαλύτερη επιρροή όχι μόνο στο δικό του άθλημα, αλλά γενικότερα στον αθλητισμό. Ήταν μόνο αυτός. Ένας και μοναδικός.

Δικαίωμά του ήταν και η αυτοκαταστροφή. Εραστής των παθών του. Τα έζησε, τα πλήρωσε. Και ίσως ήταν αυτά που έφεραν το πρόωρο τέλος. Το προδιαγεγραμμένο τέλος του…

Ποιον αφορούσαν αυτά; Μόνο τον ίδιο. Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος για να είσαι αγαπητός. Και αγαπήθηκε, όχι δεν αγαπήθηκε απλά, λατρεύτηκε ο «Ντιεγίτο» επειδή ήταν αληθινός και σιχαινόταν την υποκρισία. Και της σήκωνε το μεσαίο δάχτυλο επιδεικτικά.

Δεν θλίβεσαι όταν οι άνθρωποι γυρίζουν εκεί που ανήκουν. Και σαν να ήταν περαστικός από τον κόσμο τούτο, η άνοδος του Μαραντόνα στο πάνθεο του άχρονου και του αιώνιου, η επιστροφή στην αγκαλιά της μάνας του, δεν μπορούσε παρά να είναι η φυσιολογική πορεία μιας τέτοιας ύπαρξης που η γραμμή της ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο δεν ήταν ποτέ διακριτή.

Όσο υπάρχουν πιτσιρίκια που θα κλωτσούν τη μπάλα στο δρόμο και στα γηπεδάκια της γειτονιάς, ο Μαραντόνα θα είναι ζωντανός.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα «ερωτεύονται» ομάδες και θα τρελαίνονται να βρουν εισιτήριο για να βρεθούν στο γήπεδο, να φωνάξουν, να τραγουδήσουν, να πανηγυρίσουν, ο Μαραντόνα θα είναι ζωντανός.

Όσο υπάρχουν καταπιεσμένοι που θα αντιστέκονται, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα αγωνίζονται και θα διεκδικούν το δίκιο, ο Μαραντόνα θα είναι ζωντανός.

Όσο θα παίζεται μπάλα, ο Μαραντόνα θα είναι ζωντανός.

Όπως (προφητικά;) έγραψε και τραγούδησε ο Μάνου Τσάο στο «Μαραντόνα» του Εμίρ Κουστουρίτσα: «La vida es una tómbola… Si yo fuera Maradona viviría como él».  Η ζωή είναι μια τόμπολα… Αν ήμουν ο Μαραντόνα, θα ζούσα όπως αυτός. Κι εγώ κι εσύ και όλοι μας… Γιατί ο κόσμος είναι μια μπάλα που την ζεις στα άκρα… Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που ζουν έτσι, ο Μαραντόνα θα είναι ζωντανός.

sdna.gr (Βάσω Πρεβεζιάνου)
Comments

ΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ

To Top