ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΚΟΥΕΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΡΦΙΝ (ΒΙΝΤΕΟ)

Έχουν ήδη περάσει 11 χρόνια από την τραγωδία στο υποκατάστημα της Marfin στις 5 Μαΐου του 2010, στην οδό Σταδίου, η οποία συγκλόνισε το πανελλήνιο.

Τραγικό θάνατο βρήκαν δύο γυναίκες και ένας άντρας που εργάζονταν στην τράπεζα, αλλά και ένα αγέννητο μωρό, που κυοφορούσε η αδικοχαμένη Αγγελική.

Όλα ξεκίνησαν λίγο μετά τις 14:00 το μεσημέρι, όταν κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, νεαροί άρχισαν να σπάνε τη βιτρίνα της τράπεζας Marfin και να πετούν αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ στο κτίριο, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει φωτιά.

«Κατά τη διάρκεια επεισοδίων που σημειώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε κτίριο τράπεζας, στην οδό Σταδίου 23, όπου εντοπίστηκαν τρία άτομα νεκρά (δύο γυναίκες και ένας άνδρας), ενώ άλλα πέντε άτομα (τέσσερις γυναίκες και ένας άνδρας) απεγκλωβίστηκαν σώα, από υπερκείμενους ορόφους», ανέφερε λίγο αργότερα η Πυροσβεστική σε ανακοίνωσή της για το περιστατικό.

Οι εικόνες του κτιρίου στις φλόγες και των πανικοβλημένων υπαλλήλων που προσπαθούσαν να σωθούν παραμένουν μέχρι σήμερα ζωντανές στη μνήμη μας.

Αθώοι κρίθηκαν από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο οι δυο κατηγορούμενοι για την φονική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, τον Μάιο του 2010, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο τρεις υπάλληλοι της τράπεζας.

Υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, το Δικαστήριο ομόφωνα αποφάσισε την αθώωση του Θ. Σ. κατηγορούμενου για την επίθεση στη Marfin και τον Π.Α. ο οποίος κατηγορείτο για την εμπρηστική επίθεση, χωρίς θύματα, στο βιβλιοπωλείο «ΙΑΝΟΣ».

Η εισαγγελική πρόταση

Η εισαγγελέας της έδρας, νωρίτερα, είχε προτείνει την απαλλαγή και των δυο κατηγορουμένων. Η εισαγγελική λειτουργός στην εισήγηση της επεσήμανε πως ο κατηγορούμενος Π.Α. δεν ήταν εκείνη την ημέρα μεταξύ των διαδηλωτών. «Αδιαμφισβήτητα δεν ήταν στην πορεία», είπε χαρακτηριστικά, ενώ αναφερόμενη στον κατηγορούμενο Θ. Σ. υπογράμμισε πως από την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψαν αρκετά στοιχεία σε βάρος του ώστε να κριθεί ένοχος.

«Ο Σ. ήταν στην πορεία, το περιέγραψε και ο ίδιος. Όμως, δεν υπάρχουν σοβαρές και ικανές αποδείξεις για να οδηγήσουν στην ενοχή του», τόνισε η εισαγγελέας και πρότεινε την απαλλαγή και των δύο κατηγορουμένων.

Οι απολογίες

Στις απολογίες τους οι δυο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε εμπλοκή τους στη υπόθεση και εξέφρασαν για μια ακόμη φορά τη λύπη τους για τον τραγικό θάνατο των υπαλλήλων της τράπεζας.

«Αρνούμαι κατηγορηματικά τις κατηγορίες. Είμαι αθώος. Έχω καταδικάσει την επίθεση από το 2010. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι», είπε φανερά φορτισμένος ο Θ. Σ. και συμπλήρωσε: «Είχα σκεφτεί να πάω να βοηθήσω τους υπαλλήλους και με κατηγορούν για κάτι που δεν έχω πράξει, για ένα τόσο βαρύ έγκλημα».

Στην απολογία του ο Σ. είπε πως τη συγκεκριμένη ημέρα συμμετείχε στην πορεία ξεκινώντας από το Πεδίον του Άρεως και αφηγήθηκε όλα όσα ακολούθησαν.

«Όταν βρισκόμουν στο ύψος της Κλαυθμώνος, αντιλήφθηκα ότι υπήρχε φωτιά στο ύψος της τράπεζας Marfin. Σταμάτησα, ο κόσμος κοιτούσε προς τα εκεί. Ανέβηκα κι εγώ στο πεζοδρόμιο και κοιτούσα. Έβλεπα την υπάλληλο με τα πολύ πυκνά μαλλιά να είναι στο μπαλκόνι. Άκουσα να πέφτουν δακρυγόνα και τότε κατέβηκα. Πήγα να χάσω τις αισθήσεις μου από τα χημικά. Η πορεία χωρίστηκε σε δύο μέρη».

Συνεχίζοντας την απολογία του είπε πως προχώρησε προς στο Σύνταγμα και μετά κατευθύνθηκε στην περιοχή των Εξαρχείων στη Χαριλάου Τρικούπη και Ναβαρίνου. «Εκεί έδωσα σε μία κυρία το κράνος μου. Μια διμοιρία των ΜΑΤ ήταν προκλητική, μας φώναζαν «δολοφόνους» για ό,τι έγινε στη Marfin. Μας προσήγαγαν στη ΓΑΔΑ. Εκεί καθίσαμε κάποιες ώρες, όταν νύχτωσε μας άφησαν ελεύθερους».

«Όταν έμαθα για τι κατηγορούμαι έπαθα το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου»

Γυρίζοντας και πάλι στις στιγμές που οι υπάλληλοι φώναζαν βοήθεια μέσα από το φλεγόμενο κτίριο ο Σ. και στην σύλληψη του περιέγραψε:

«Σκεφτόμουν πώς θα βγάλουμε έξω τους υπαλλήλους, ήμουν έτοιμος να μπω και μέσα γιατί δεν έβλεπα φωτιά από εκεί που ήμουν. Ένα χρόνο μετά γίνεται η προσαγωγή μου σε κλίμα τρομοκρατίας. Τα μίντια μας αποκαλούσαν συλληφθέντες και ενόχους. Είχε δημιουργηθεί κλίμα ότι η αστυνομία κάνει έργο. Κράτος και ασφάλεια είχαν προσβληθεί που έγινε εμπρησμός και δεν έχει συλληφθεί κανένας. Το 2011, όταν με προσήγαγαν δεν είχα συνειδητοποιήσει τις κατηγορίες.  Όταν έλαβα γνώση για τι κατηγορούμαι, από τον δικηγόρο μου, ήταν το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου.

Είχα σκεφτεί να πάω να βοηθήσω τους υπαλλήλους και με κατηγορούν για κάτι που δεν έχω πράξει για ένα τόσο βαρύ έγκλημα. Ψυχολογικά ήμουν στα όρια του γκρεμού. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κινδυνεύουν ζωές, θεωρούσα ότι θα βγουν. Έβλεπα καπνό στο μπαλκόνι, από κάτω δεν είχε τόσο καπνό. Τους άκουγα να φωνάζουν για βοήθεια, αλλά όχι ότι κινδυνεύει η ζωή τους. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι συνδέονται οι δύο όροφοι. Σε άλλες διαδηλώσεις έχουμε δει και κόσμο που δεν ανήκει κάπου σε κάποιο χώρο, ακόμα και μεθυσμένοι υπάρχουν στις πορείες που κάνουν ό,τι τους κατέβει».

Εισαγγελέας: Πόση ώρα μείνατε κοντά στο κτίριο της Μαρφίν;

Κατηγορούμενος: Έμεινα ένα με δυο λεπτά εκεί.

Εισαγγελέας: Τότε ποια ήταν προσπάθεια να βοηθήσετε;

Κατηγορούμενος: Είπα ότι σκέφτηκα να τους βοηθήσω.Σκέφτηκα ότι θα έρθουν να μας επιτεθούν Ματ και κατέβηκα στο οδόστρωμα. Δεν είχα καταλάβει ότι κινδυνεύουν ζωές. (…)

Σύνεδρος: Αναφέρεται πως έξω από κατάστημα ήταν κάποιος φίλος σας;

Κατηγορούμενος: Όχι μόνος μου ήμουν.

Σύνεδρος: Εσείς ανήκετε στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Μάθατε τι είχε γίνει; Ποιοι μπορεί να είναι; Από χώρο αυτόν ή είχαν παρεισφρήσει άλλα άτομα;

Κατηγορούμενος: Η άποψη που υπήρχε ήταν ότι είχε παρεισφρήσει άλλος κόσμος.

Σύνεδρος: Και τι κόσμος είναι αυτός;

Κατηγορούμενος: Μπορεί να είναι φίλαθλοι, μεθυσμένοι, οτιδήποτε…

«Θέλω να βρεθούν οι ένοχοι»

Ο Π.Α. τόνισε στην απολογία του πως από την πρώτη στιγμή που έμαθε το τραγικό γεγονός αρνήθηκε κάθε κατηγορία.

«Δούλευα εκείνη την ημέρα, τη θυμάμαι χαρακτηριστικά, γιατί γιόρταζε η μητέρα μου. Δεν πήρα δικηγόρο στην προσαγωγή μου γιατί ήμουν σίγουρος. Ξέρω πολύ καλά τι έκανα, έλεγα όταν με ρωτούσαν γιατί δεν θέλω δικηγόρο», είπε και συνέχισε περιγράφοντας βήμα προς βήμα τι έκανε την μοιραία ημέρα.

«Πληροφορήθηκα τα γεγονότα μέσω της τηλεόρασης δούλευα στο Διόνυσο. Ήξερα ότι θα γίνει συλλαλητήριο στο κέντρο και έλεγα ευτυχώς που δεν δουλεύω κέντρο και δεν θα χάσω μεροκάματο.

Γύρισα σπίτι μετά τις 3 το απόγευμα. Με είχε αφήσει ο εργοδότης μου γύρω στις 3 στην Εθνική, δεν έχω συγκρατήσει τα στοιχεία του γιατί έκανα μεροκάματα σε πάρα πολλούς τότε. Ο λόγος που άλλαζα πολλούς ήταν η μαύρη εργασία, δεν ήθελα.

Έφτασα σπίτι, ήταν η γιαγιά μου εκεί. Άνοιξα την τηλεόραση, είδα τι γίνεται στο κέντρο, ότι κάτι καίγεται και μετά πληροφορήθηκα ότι έχουν πεθάνει άτομα και το σχολίαζα με τη γιαγιά μου».

Πρόεδρος: Πώς έφτασε η αστυνομία σε σας, πώς το εξηγείτε;

Κατηγορούμενος: Δεν ξέρω, έχει μάλλον μεθόδους που τα κάνει αυτά. Δεν ανήκω σε κάποιον χώρο. Είχα πέσει από τα σύννεφα, εννοείται ότι είναι αδιανόητο. Δεν ήξερα τι να πω. Δεν με ενδιαφέρουν οι πορείες.

Ο Π.Α., μάλιστα, ζήτησε απευθυνόμενος στο δικαστήριο να βρεθούν οι ένοχοι.

«Θέλω να πω συλλυπητήρια στους ανθρώπους, είναι τραγικό βέβαια ό,τι και να τους πεις δεν αλλάζει και θα ήθελα πραγματικά να βρεθούν οι ένοχοι».

Αξίζει να σημειωθεί πως κανένας από τους μάρτυρες που κατέθεσε στο δικαστήριο δεν κατάφερε να αναγνωρίσει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων τους δράστες της επίθεσης.

Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αμφισβήτησε, μέσω και ειδικής πραγματογνωμοσύνης, που προσκομίστηκε σήμερα στο δικαστήριο, την ταυτοποίηση μέσω φωτογραφιών του 34χρονου Θ.Σ. με ένα εκ των δραστών του εμπρησμού της τράπεζας.

«Εκ των ισχυρών διαφόρων στις φωτογραφίες των δυο εικονιζόμενων ατόμων δεν μπορούν να ταυτιστούν φωτογραφικά άρα ο Θ. Σ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ο άγνωστος δράστης του εμπρησμού της Marfin», κατέληγε η πραγματογνωμοσύνη του ειδικού επιστήμονα Γιώργου Καραθανάση ο οποίος και εξετάστηκε ως μάρτυρας.

Έτσι, 8 χρόνια μετά οι δράστες της φονικής επίθεσης παραμένουν ασύλληπτοι και οι οικογένειες της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσακάλη εξακολουθούν να ψάχνουν δικαίωση.

Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες! «Προσπαθούσαν να γλιτώσουν»

Μέσα από έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις οι δικαστές περιγράφουν τις κρίσιμες ώρες που πέρασαν οι εργαζόμενοι. «Καταφέροντας 3 – 4 χτυπήματα κατόρθωσαν να θραύσουν την τζαμαρία, να εκσφενδονίσουν εντός του καταστήματος εύφλεκτο υγρό όσο και βόμβες μολότοφ (…). Οι περισσότεροι υπάλληλοι στοιβάχτηκαν στον μικρό φωταγωγό που επικοινωνούσε μέσω πλέγματος με την ταράτσα (…). Ένας εξ αυτών  κατάφερε και έσπασε το πλέγμα της οροφής του φωταγωγού με συνέπεια ένα κύμα αέρα να εισέλθει στο κτίριο και να δώσει παράταση ζωής στους εκεί συγκεντρωμένους υπαλλήλους, οι οποίοι αναρριχήθηκαν στην στέγη από όπου υποχρεώθηκαν και πήδηξαν (…) σε κτίριο που στεγαζόταν κατάστημα,  την τζαμαρία του οποίου έσπασαν με καδρόνι (…) για να κατέβουν στην οδό Σταδίου.

Ωστόσο δεν είχαν την ίδια τύχη όλοι οι υπάλληλοι. Ειδικότερα, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία διένυε τον τέταρτο μήνα της κυήσεως και λόγω της κατάστασης αυτής δεν μπορούσε ή δεν αποτόλμησε να βγει από το κτιριο από τα εξωτερικά μπαλκόνια (…) με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί εκεί και να πεθάνει λόγω δηλητηρίασης (…). Περαιτέρω η Παρασκευή Ζούλια και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης δεν κατόρθωσαν να βγουν από το κτίριο καθώς υπέστησαν δηλητηρίαση  λογω εισπνοής καπνού και τοξινών αερίων».

Οι συγκλονιστικές καταθέσεις

«Μας είχαν στο στόχαστρο, φωνάζανε… Είδα ότι έχει σπάσει το τζάμι του ισογείου και ότι κάποια άτομα έριχναν εύφλεκτο υλικό. Πήρα πυροσβεστήρα αλλά δεν τα κατάφερα. Έτσι ανεβήκαμε πάνω στον 2ο όροφο. Η φωτιά άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει… ήμουν εγκλωβισμένος στο μπαλκόνι δεν ήξερα αν πρέπει να πηδήξω ή να καώ… πετούσαν πέτρες. Παρύσφρεισαν στην πορεία… βλέπαμε να σπάνε τον Ιανό. Δεν ήταν οι διαδηλωτές που ήρθαν να διαδηλώσουν για το Μνημόνιο. Είχαν μπει μέσα στη πορεία. Είχαν καλύψει τα πρόσωπα τους. Στις 2 παρά 5 ακούσαμε το σπάσιμο… εγώ εν τέλει πήδηξα από το.μπαλονι… όσο ήμουν στο μπαλκόνι δεν ειδα κίνηση αλλυλεγγύης προς εμάς… υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που φώναζε «μέσα καίγονται ρε παιδιά»» κατέθεσε ο υπάλληλος της τράπεζας, Δημήτρης Παπατζής.

«Η τράπεζα είχε μια μοναδική έξοδο διαφυγής, η οποία καίγονταν… Ποιος θα πήγαινε να βγει από αυτή τη πόρτα… Ακόμα και σήμερα μετά από έξι χρόνια όταν ανάβουμε τη ψησταριά για να ψήσουμε κρέας με πιάνει πανικός. Είναι κάποια πράγματα που έχουν κάτσει μέσα μας» ανέφερε η υπάλληλος της τράπεζας, Παναγιώτα Βασιλάκου.

Η μάρτυρας περιέγραψε πως: «Στις 2 παρά κάτι ακούσαμε φωνές: «μας καίνε, μας καίνε»…είδα κάποιον φορούσε χακί και κρατούσε κάτι σαν μπουκάλα καταδύσεων και μπροστά είχε πράσινο λάστιχο ποτίσματος. Ήταν γεροδεμένος με έντονη τριχοφυΐα στα χέρια (…) Το πλήθος ήταν άγριο. Πετούσαν πέτρες παρόλο που φωνάζαμε ότι καιγόμαστε. Η φωτιά πρέπει να μπήκε γύρω στις 2 παρά 5. Άκουσα το συναγερμό μετά. Όλο αυτό το πράγμα κράτησε 10 λεπτά. Βγήκα στο μπαλκόνι να δω αν έρχεται πυροσβεστική και δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω. Η Παρασκευή πέθανε στο διπλανό μπαλκόνι και δεν την έβλεπα καν από τον καπνό…» κατέληξε.

«Είχαμε άνωθεν εντολή να δουλέψουμε!»

Άλλοι υπάλληλοι της τράπεζας περιέγραψαν πως διέφυγαν από την ταράτσα του κτιρίου προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν τις ζωές τους ενώ τόνισαν πως εκείνη την ημέρα είχαν εντολή να δουλέψουν «άνωθεν» κιόλας παρά το γεγονός ότι υπήρχε η πορεία. «Είχαμε άνωθεν εντολή ότι θα δουλέψουμε. Τους είπαμε ότι αναμένεται μια μεγάλη συγκέντρωση… μας είπαν: μην σας νοιάζει, πηγαίνετε να δουλέψετε» ανέφερε η μάρτυρας, Ελευθερία Αθανασίου.

Παράλληλα, η συνταξιούχος σήμερα περιέγραψε πως εκείνη την ημέρα βρισκόταν στον ημιώροφο: «Κάποια στιγμή βλέπω απέναντι μια ομάδα νεαρών κουκουκουλοφόρων, οι οποίοι πέταγαν πέτρες. Μετά ακούω 2 με 3 μπαμ, έσπασε η τζαμαρία, πέταξαν μολότοφ έβγαζε ένα καπνό που δεν έχω ξαναδεί, γιατί και άλλη φορά μας είχαν πετάξει μολότοφ. Δεν τους είδα…. άκουσα το θόρυβο. Αμέσως ο καπνός ανέβηκε πάνω πνιγήκαμε κυριολεκτικά. Ανεβήκαμε προς το πάνω. Φτάσαμε στον 3ο όροφο σε ένα μπαλκονάκι… Τα ΜΑΤ πριν το περιστατικό ήταν μπροστά στην τράπεζα υπήρχε μια διμοιρία. Μετά όμως έφυγαν κυνηγώντας τους κουκουλοφόρους με τις πέτρες και τα ρόπαλα από απέναντι…» κατέληξε.

«Έτσι γλιτώσαμε»

Το πώς κατάφεραν να γλιτώσουν περιέγραψε η υπάλληλος, Αγγελική Τριανταφύλλου. «Ήμουν στον πρώτο όροφο. Ακούω μια συνάδελφο από το ισόγειο να φωνάζει καιγόμαστε. Οι συνάδελφοι ανέβαιναν προς τα πάνω. Ξαφνικά το κατάστημα πήρε φωτιά. Μας έσωσε ο Ηλίας ο Μπούρης το λέω και ανατριχιάζω. Μας τράβαγε ο Ηλίας να ανέβουμε στο ταρατσάκι έπρεπε να πηδήξουμε μετά σε ένα άλλο ταρατσάκι. Βγήκαμε από το κτίριο της kosta boda. Αν ο Ηλίας δεν υπήρχε 21 άτομα θα ήμασταν νεκροί» τόνισε η μάρτυρας.

Είχαν δομή πήγαιναν συντεταγμένα σαν στρατιωτικοί

Στην ύπαρξη μίας γυναίκας στο σημείο αναφέρθηκε ο υπάλληλος της τράπεζας, Γιώργος Κόλιας. «Έγινε μια φασαρία έξω αποχώρησαν οι αστυνομικοί και μετά άρχισαν να σπάνε. Σε σύντομο διάστημα το κτίριο πήρε φωτιά. Είχα δει κάποιους να σπάνε. Πρέπει να ήταν μια γυναίκα. Το κατάλαβα από τη σιλουέτα. Τους φωνάζαμε σταματήστε αλλά τίποτα. Παρ όλο που ήμουν πληγωμένος και προσπαθούσα να σηκωθώ μου φωνάζανε, με βρίζανε. Έσπασα ένα παράθυρο για να φύγω.Φορούσαν μάσκες, δεν είδα χαρακτηριστικά. Μακάρι να έβλεπα. Ήταν ομάδα με οργάνωση. Είχαν δομή πήγαιναν συντεταγμένα σαν στρατιωτικοί. Πήγαν επί τούτου» τόνισε.

Δείτε το συγκλονιστικό βίντεο από την ημέρα της τραγωδίας

9 χρόνια, οι νεκροί της οδού Σταδίου μένουν αδικαίωτοι, οι δολοφόνοι τους παραμένουν ασύλληπτοι, η έρευνα είναι στο σκοτάδι, όποια κυβέρνηση κι αν πέρασε από τότε, όποια δικαστική εξουσία κι αν ανέλαβε να εξιχνιάσει την υπόθεση.
Comments

ΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ

To Top